Ο Πατριωτισμός είναι ομολογία πίστεως.

Ο Πατριωτισμός δεν είναι απλά μια εκλογικευμένη αγάπη για την Πατρίδα. Είναι μια ομολογία πίστεως. Αν σου ζητήσουν να εξηγήσεις γιατί αγαπάς τη μάνα σου, τι λες; Απλά ότι, «την αγαπώ γιατί είναι η γυναίκα που με «φιλοξένησε» εννιά μήνες, με βύζαξε και μου σφούγγιζε το μέτωπο όταν είχα πυρετό»; Τα πράγματα, οι ιδέες και τα συναισθήματα, που μας συγκροτούν ηθικά, έχουν πρωτίστως μια μεταφυσική, υπερβατική διάσταση. Κι αυτά είναι πάντα που αποτελούν το πιο λαμπρό και φλογερό κίνητρο. Αυτά σηματοδοτούν τους μακρινούς ορίζοντες και τις απάτητες κορφές των αγώνων μας.

Αν την ανθρώπινη Ιστορία την κινούσαν μόνο οι σώφρονες, οι πραγματιστές, αυτοί που πάντα ζυγίζουν με το υποδεκάμετρο τους κινδύνους, τότε ακόμη θα ζούσαμε σε σπηλιές και λαγούμια ή θα κρεμόμασταν ανάποδα από τα δέντρα μαζί με τα τετράχειρα ξαδέρφια μας. Ακόμη θα βλέπαμε με δέος τις φωτιές από τους κεραυνούς και θα τρώγαμε ωμό κρέας ή και τους ίδιους τους ομοίους μας.

Οι ανήσυχες ψυχές, με το βαθιά ηθικό κίνητρο του κοινού καλού, της καταξίωσης μέσα από τους κινδύνους και τον αγώνα, οι μύστες της φιλοτιμίας κι οι εραστές της δόξας, είναι που κινούν τους τροχούς της Ιστορίας.

Αν το πάρεις όλο δεξιά ή όλο αριστερά θα φτάσεις στο ίδιο σημείο. Εκεί που η βαρβαρότητα τέμνεται με τ’ αδέρφι της, τον ολοκληρωτισμό. Κι αν κάτι μας προστατεύει από την βαρβαρότητα, αυτό δεν είναι απλά θεσμοί, «ανεξάρτητες αρχές», μαυσωλεία της πολιτικής ορθότητας ή ο νόμος, αλλά τουλάχιστον εδώ, σε αυτόν τον τόπο, μας προστατεύει ο ανθρωποκεντρισμός του Ελληνικού Τρόπου. Δεν είναι τυχαίο που σε αυτά τα χώματα δεν φύτρωσε ο μηχανικός ρατσισμός της Δυτικής Ευρώπης, δεν φτιάξαμε ποτέ «μηχανές του κιμά» που θα άλεθαν ανθρώπους. Το Έθνος, που υπήρχε πριν από το νεοελληνικό κράτος, ήταν ο θεματοφύλακας της ιδιαιτερότητας μας, του προσώπου μας στον κόσμο. Η αγάπη για το Έθνος και την Πατρίδα, αυτή η ομολογία πίστεως στο κοινό μας εποικοδόμημα, είναι, πρέπει να είναι, και μια δήλωση ενεργητικής συστράτευσης κάθε ικμάδας της δύναμης μας για το κοινό καλό.

Οι ανά την Ιστορία δοσίλογοι ήταν πάντα οι πλέον «πραγματιστές» κι οι μαχητές των Ιδεών, που συχνά καταγγέλονταν ως άφρονες, τελικά πάντα νικούσαν. Ακόμη και θυσιαζόμενοι σε πρόσκαιρες ήττες, νικούσαν. Αν όχι οι ίδιοι, νικούσαν οι επίγονοι, αυτοί που θέριζαν το παράδειγμα και ζύμωναν με το αίμα των προηγούμενων το ψωμί της φιλοτιμίας.

Σήμερα λοιπόν τι είναι αυτό που χρειαζόμαστε πάνω απ’ όλα; Είναι πολλοί αυτοί που περιγράφουν τα συμπτώματα του απειλούμενου θανάτου της κοινωνίας μας από ασφυξία ελλείψει χρήματος και παραγωγικής βάσης. Είναι αρκετοί κι αυτοί, που σώφρονες και «μοντέρνοι», σαν τρύπιο παντελόνι καμπάνα του 1970, θέλουν ν’ αφήσουν πίσω το αιματοβαμμένο λάβαρο μας και σηκώνουν σημαία πλαστική. Πραγματιστές. Διαβάσανε κατευθείαν Φουκουγιάμα στην ξαπλώστρα στη Μύκονο, χωρίς να περάσουν πρώτα από τον Ηρόδοτο και τον Θουκυδίδη. Νομίζουν πως η κρίση και η παρακμή μας θα αντιμετωπισθεί με ασκήσεις οσφυοκαμψίας και ασκήσεις προσθαφαιρέσεων της πρώτης Δημοτικού. Κλείνουν το μάτι στην διαπλοκή και τους μπατιρημένους τραπεζίτες κι ελπίζουν να αναλάβουν υπουργοί του Gau της Νοτιοτάτης Βαλκανικής. Επίδοξοι φοροεισπράκτορες του Τέταρτου Ράϊχ.

Αγνοούν ότι στην Ιστορία, την Πολιτική αλλά και στην Οικονομία υπάρχει ο αστάθμητος παράγοντας που λέγεται Άνθρωπος. Κι είναι αστάθμητος παράγοντας, γιατί ο Άνθρωπος είναι υπερβατικό όν, έχει φρόνημα, ελπίδα, ψυχή και κυρίως έχει Πίστη. Μικρή ή μεγάλη, σε κρίση ή όχι, πάντως ο άνθρωπος πιστεύει σε ιδέες, σε πράγματα ανώτερα από τον ίδιο, που ξεπερνούν την σφαίρα των στενών ατομικών του συμφερόντων και το τι θα φάει και πιει. Αν αυτή την Πίστη την στερεώσεις και την τροφοδοτήσεις με όραμα κι αυτοπεποίθηση τότε μπορεί να διψάσει, να πεινάσει, ακόμη και να θυσιαστεί για ένα σκοπό, για μια ιδέα, για την πίστη του στην Πατρίδα. Γιατί σε όλους υπάρχει. Ακέραια ή τραυματισμένη, μισοσβησμένη ή σαν πυρκαγιά, όμως υπάρχει. Οι απλοί άνθρωποι ξέρουν πως εδώ είναι ο τόπος τους. Έχουν μνήμες, προγόνους, σύμβολα και συναισθήματα. Έχουν κειμήλια στα σεντούκια τους κι ηρώα στις μικρές πλατείες των χωριών τους. Έχουν περιβόλια κι ελαιώνες που τα’ ανάστησαν γενιές και γενιές, ντοπιολαλιές, κρασί χίλιων λογιών σε γεύσεις κι αρώματα, και κοινή την γλώσσα σε λαμπρούς ναούς και ασβεστωμένα ξωκλήσια, που σκύβεις για να μπεις.

Χρήσιμα θα είναι όλα, το δρομολόγιο εξόδου, οι προτάσεις για το φορολογικό και το μισθολόγιο, το αν θα ορίζονται με γεωγραφικά κριτήρια οι άδειες των ταξί ή θα ‘ναι μπάτε σκύλοι αλέστε. Όλα αυτά, σημαντικά και αναγκαία. Χρειαζόμαστε όμως την κεντρική ιδέα. Το καύσιμο της μηχανής μας, αυτό που θα αγγίξει το φρόνημα, θα κάνει τους Έλληνες να σταθούν όρθιοι και να επιβεβαιώσουν την ομολογία Πίστεως στην Γη τους, στους Ήρωες, τις Ιδέες και τα Σύμβολα τους και να κάνουν να δουλέψει το φορολογικό σύστημα, η επανεκίνηση της Οικονομίας, όλα. Αυτό σήμερα, μόνο ένας μπορεί να το κάνει…

( Σημ. Δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα «Δημοκρατία» στις 7/9/2011)


admin

Comments are closed.